Κυριακή, Ιανουαρίου 24, 2021

Στο βάθρο ανέβηκε
κι επωάζει τις λέξεις του
αίμα δεν τρέχει
μόνο γυάλινες, χρωματιστές χάντρες

κλείνει τ' αφτιά του ο αέρας
κλείνει τ' αφτιά της η νεραντζιά
κλείνει τ’ αφτιά της η βροχούλα

απλώνουν το χέρι οι ιθαγενείς
με τ’ άλλο προσφέρουν
τα χρυσά τους νομίσματα
κλεμμένα απ' την καλή τους ώρα

ένα τραυλό παιδί κλωτσάει
την πέτρα της γλώσσας του:

"η έρημος που μας ενώνει
η έρημος που μας χωρίζει
η έρημος που μας καταπίνει"

-

Κυριακή, Νοεμβρίου 10, 2019

-Στην Κύπρο μπορείτε να το βρείτε στα βιβλιοπωλεία Σολώνειον και Κυριάκου ενώ στην Ελλαδα στον Ιανό Αθήνας και Θεσσαλονίκης -ζητείστε το για να πάρει σειρά για τα ράφια...- και Σαιξπηρικόν στη Θεσσαλονίκη.

- Επίσης, μπορείτε να το παραγγείλετε από το Τεχνοδρόμιον (τηλέφ.: +357 99526772)

(Αναφορά στο βιβλίο Ψαλιδιστής στο περιοδικό The Books' Journal από τον Παναγιώτη Ιωαννίδη)



"Μα πόσο συγκροτημένη, επιβλητική, υποβλητική, ατμοσφαιρική ποίηση. Μα πόσο ευαίσθητη, τρυφερή, ανήσυχη, φιλοσοφική ποίηση. Αρμονική συνύπαρξη ρεαλισμού και ονειροπόλησης, στίχοι που κλείνουν, ή που ανοίγουν -για εμένα το ίδιο κάνει - πληγές, στίχοι που δεν τους διαβάζεις απλώς. Τους γεύεσαι κιόλας, τους μυρίζεις, τους ακούς.
Η Ρωξάνη Νικολάου, με εικαστική εκφραστικότητα, σκιαγραφεί πρόσωπα και εικόνες αλλά, φτάνοντας στην τελευταία σελίδα της πυρετώδους και σπινθηροβόλας συλλογής της, αισθάνομαι ότι, πεζογραφικά μιλώντας, διαθέτει κάτι από Καμύ και, κυρίως, κάτι από Τόμας Μαν. Δεν εννοώ ότι έχει επηρεαστεί από το έργο τους, που μπορεί να ισχύει κι αυτό, εννοώ ότι τοποθετεί κάτω από την ίδια στιχουργική στέγη την οργή και τη γαλήνη, το άσπρο και το μαύρο, τη μέρα και τη νύχτα, την ελπίδα και την απελπισία, τη ζωή και τον θάνατο παίζοντας, επιδέξια και, στιγμές-στιγμές, με τη συμβολή ενός τραγικού σαρκασμού, και αυτοσαρκασμού.
Ακόμα και στα ποιήματα που χαρακτηρίζονται από λιτότητα, ο προσεκτικός αναγνώστης μπορεί να ξεχωρίσει, και να απολαύσει, το βάθος της σκέψης και της γραφής της Ρωξάνης Νικολάου.
Ανάγνωσμα υψηλής νόησης και διανόησης, χαράζει το δέρμα σαν γυαλί, συγκινεί με τον άφθαστο ουμανισμό του"
(Ανδρέας Κούνιος)



Πέμπτη, Φεβρουαρίου 21, 2019

Ρώτησε μάνα
τα ξερά φύλλα της μήτρας σου
(ακούς τις πατημασιές μου;)
ρώτησε το σπίτι, τα κλειδιά 
τους γείτονες
αν γνωρίζουν
αν με είδανε
καθώς θροίζανε σιγαλά το σώμα τους
ποτίζοντας τις γλάστρες
καθαρίζοντας το αυτοκίνητο
κι αθόρυβα μαραίνονταν
κι ο ύπνος τους λιγόστευε
τ’ αγκάθια του
από ανεξήγητη έλξη για το θάνατο
ρώτησε το δρόμο
(που κάλπασε βιαστικά προς κάπου)
γιατί ξεπέζεψε
και σκότωσε το άλογό του
κι ετοίμασε την απάντηση
πριν οι πατημασιές θεριέψουν
πριν ξεκινήσει η πάλη
κι η ερώτηση κι η απάντηση
δεθούν σφιχτά με
το γρανιτένιο λώρο της βαρύτητας.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 12, 2018

Όνειρο
Εφηύρα έναν άντρα
του ΄δωσα πρόσωπο, φωνή, κίνηση, επάγγελμα
του 'δωσα γραφείο κι ένα χωλ 
σε μια πολυκατοικία συμπαθητική
δίπλα από ένα πάρκο.
Πέρασα το πρόσωπό του
ένα στρώμα σοβαρό κι αγέλαστο
κι ένα δεύτερο τρυφερό
και χέρια ω ναι και χέρια του 'δωσα
αγρότη όχι πιανίστα
ούτε γιατρού
μετά από πολλά
“ο επόμενος” “ο επόμενος” “ ο επόμενος”
μπήκα εγώ
κι ενώ ήμασταν στο γραφείο
και μου μιλούσε (με την τρυφερή φωνή του)
το βλέμμα του ήταν βουρκωμένο
και μακρινό
(γιατί και νοσταλγία αγκαθωτή του είχα δώσει
για να μου μοιάζει λίγο
να μη βολεύεται πουθενά
κυρίως σε γραφεία πολυκατοικιών
πλάι σε πάρκα.)
Αφού έφυγα
πήγε στο παράθυρο
και πίσω από τα κλειστά τζάμια
τον είδα να κοιτά
το πέρα από 'μένα
το χωρίς εμένα 
έτσι ποτέ δεν με κοίταξε πια
ούτε ξανά μου μίλησε
γιατί ξύπνησα κι αυτός
δεν θα μπορούσε πια να ξαναζήσει.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 30, 2017


Στα μετόπισθεν της όρασης


Θέλω να σας χαρίσω τον χρόνο που έζησα σ’ έναν κόσμο
που υπήρξε χάρη στη φαντασία μου -όπως κι εγώ η ίδια άλλωστε-.
Συμφωνεί κι ο θάνατος μαζί μου καθώς βαρύθυμα βαδίζει
πάνω στα μνήματα, μετράει την αχνάδα των ονομάτων
τη λιπόσαρκη αναμέτρησή τους με τον χρόνο
-πώς νικιούνται-.

(Τι χάσμα αβυσσαλέο
ανάμεσα σε δυο στιγμές
ενώ ακούς τη γλυκομίλητη
ανάσα του αέρα
σ’ ένα πετάρισμα βλεφάρων
πώς γίνεται ουρλιαχτό).

Αφουγκραστείτε το χοχλάκισμα του αδικημένου αίματος
στα μετόπισθεν της όρασης τη στάχτη που πέφτει
ασταμάτητα πέφτει πάνω στο πρόσωπο του κόσμου.

Μη φοβηθείτε. Μονάχα συμπονέστε ό,τι χάνεται
με ανερμήνευτους φθόγγους.






Τρίτη, Οκτωβρίου 10, 2017


Ψαλιδιστής

Προσπαθώ να θυμηθώ τη φωνή του
ένα φωνήεν αναπηδά στ’ αφτί πολύ κοντά
μαζί με τον ήχο του ψαλιδιού
και το φως
των φθινοπωρινών καταστημάτων

ανάβει μέσα από τα κλαδιά.



Αγαπητέ μου κύριε
πώς γίνετε εσείς
που μέσα σε λίγα λεπτά
μεταμορφώνατε το παιδικό κεφάλι μου
σε δεσποσύνης
να κάθεστε στους καφενέδες
ακέραστος και βυθισμένος
στο παντέρημο σας απόγευμα;



(Με φλέρταραν πολύ τ’ αγόρια
μα τα κοίταζα αφ’ υψηλού
ω κύριε τι θυμήθηκα υπήρξα
λοιπόν εκείνο το κορίτσι
που έπαιζε μέχρι το βαθύ σούρουπο
κι ήμουν όμορφη
και δυνατή πιο πολύ ακόμα
κι από ‘κείνο το αγόρι
που όλους τους νικούσε στη γειτονιά).



















Κυριακή, Νοεμβρίου 27, 2016


Πλήρης δακρύων


Πλήρης δακρύων 
μικροκαμωμένη και σβέλτη
ελευθερώνεται από τα σκοινιά της
τα φορτώνει στο φτερωτό της κάρο 
ανεβαίνοντας και ‘κείνη 
ξεγλιστρά 
από του σκυλιού της τη σκιά.

*


Παρασκευή, Νοεμβρίου 11, 2016



Ανάποδος ύπνος



Για να πάνε στο σχολείο
τα παιδιά μου
διέσχιζαν τον ίδιο δρόμο
που κάποτε έπαιρνα κάθε πρωί 
στις δυο του άκριες
στις όχθες των αυλακιών
καρτερούσαν οι παπαρούνες να περάσω
χρόνια καρτερούσαν κάμαν παιδιά, τρισέγγονα,
πεθάναν, πλάτυνε ο δρόμος.

Τον ζαβό καθρέφτη μου
για προσκέφαλο και στη ζεστασιά 
του κόρφου μου το βάζω και κλωσσάει
ξανά γεννάει τα όσα πάνε να χαθούν
και χάνονται

σσς μην το πεις
μες στον καθρέφτη
πόσα τα μάτια που κοιτούν,
άθαφτα και καλοζωισμένα.

(Αδερφέ ο νεκροθάφτης
που λέρωσε με λάσπες 
το μωρό και μες στο κρύο
το ‘χωσε μες στο σκοτάδι
τόσες λεύγες μακριά
απ’ το σπίτι μας

τώρα ζιβανίες κατεβάζει
και το μωρό
πλέει σε κούνια ρόδινη
γελώντας 
με δυο δοντάκια πέτρινα
δαγκάνει το βυζί

-μες στον καθρέφτη μου-).




"Κοιμηθείτε κοιμηθείτε αγάπες μου είναι πολύ πρωί ακόμα"

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 23, 2016

Δωρητές χρόνου

Η καινούργια εφεύρεση κίνησε βαθιά το ενδιαφέρον του κόσμου. Έχεις λέει, τη δυνατότητα ν’ αποσπάσεις από τον εθελοντή δότη τον χρόνο που τον κυκλώνει σαν αγριεμένο όνειρο. 
Ο κύριος Σ. απόμαχος, εντούτοις ακόμα πορθητός, με υπερμεγέθεις οφθαλμούς -όπως ψάρι που ζει στη νύχτα των βυθών- μεταγγίζει στην ψυχή του τις συμφορές του κόσμου. Μαζί με τις δικές του δημιουργούν ένα ζωντανό χάρτη χωρίς στεριά, με νερά που κοχλάζουν και συστρέφονται στα σπλάχνα του, αναδύοντας μια παράδοξη μουσική από βογγητά, ικεσίες, αναστεναγμούς, τριξίματα αλυσίδων και φωνές ως τα κλειδιά του στόματος που πετάχτηκαν για πάντα. Οι στριγκοί ήχοι της αλλόκοτης αυτής ορχήστρας δυναμώνουν και τον ξυπνούν τις νύχτες.
Ο κύριος Σ. με το ζωντανό χάρτη στα σωθικά και την εσωστρεφή μουσική του, σκέφτεται να δηλώσει συμμετοχή. Άλλωστε όπως έλεγε κι η διαφήμιση, "Εδώ κανείς δε φεύγει μόνος. Κι η αναχώρηση αποκτά μια σημασία."
Στις γιγαντοοθόνες παίζεται η ύστατη πράξη: τρεμουλιαστές λέξεις, διαστήματα μακρόσυρτων κραυγών, ένα όνομα, σκίτσα ανεξιχνίαστα από αλαφιασμένα δάχτυλα στην παγωμένη στέπα του κορμιού.
Οι λίγες ευανάγνωστες φράσεις φωτίζουν σα βεγγαλικά το θόλο κάποιου ποιήματος που εκρήγνυται.
Μέσα απ' τις πανύψηλες τζαμαρίες εισρέει νύχτα και σκεπάζει αυτόν που ο χρόνος του τελεύει.
Το ευλογημένο από τη θυσία σώμα τοποθετείται σε ανεμόπτερο -πιστό αντίγραφο από βιβλίο νεανικής λογοτεχνίας- που κάνει μερικούς κύκλους στη φωταγωγημένη νύχτα. Στ’ όνομα του νεκρού ακινητεί ένας προβολέας εκατοντάδων βλεμμάτων, για λίγο, για μερικά λεπτά.
-
Κάποιοι μιλούν για έτοιμη καταπακτή φωτιάς ενώ οι πιο ρομαντικοί πιστεύουν πως ο άνθρωπος απελευθερωμένος από την αθέλητη σύμβασή του με το χρόνο, στεφανωμένος από την καθηγιασμένη πράξη του, εξακολουθεί να ζει στην καλή μεριά της γης.

Σάββατο, Μαρτίου 01, 2014

Η μουσική ανάβει σκοτεινά δέντρα
σε ξένες χώρες σπαρμένα μεγαλωμένα
κι αφημένα στον ίσκιο τους.


Μ’ ένα καυτό σπαθί μέσα από φωτιά που καίει αγνοημένη στα απομεινάρια
κάποιου πολέμου κόβω τα σκοινιά του χαμηλοτάβανου ουρανού. Απομακρύνεται
σαν αερόστατο. Τα λόγια τρέχουν ξωπίσω του.

Στις πόλεις που έζησα δόθηκα
χωρίς ψιμύθια. Φιλούσα
κι έτρωγα το χιόνι τους
ακόμα κι όταν μαύριζε
από τις σειρές των ανθρώπων
που γύρευαν
το ένα φουντούκι ζωής.
             
Μ' ακολουθούσαν το ζεστό σχήμα
ενός δέντρου 
και τα ματογυάλια της γιαγιάς.
Εξέπεμπαν κοφτερό φως
όταν το σύμπαν ερήμωνε.
s

Στην ίδια θέση βρίσκομαι
συλλέγω αντικατοπτρισμούς
από το λειμώνα των νεκρών
κι από τη ζώσα γη.



Παρασκευή, Ιανουαρίου 31, 2014


ΔΕΝΤΡΟ

Κάθομαι σ’ ένα κλαδί με νεκρά πουλιά
Το χώμα είναι σκοτεινό απ’τον ήλιο
Τη νύχτα γίνεται δροσερό και φέγγει
Τα πουλιά δε φεύγουν.




*

Από εδώ θα σε αποχαιρετήσω Νίκο, μ'  ένα δικό σου ποίημα,
αγαπημένο. Ελπίζοντας πάντα στο επανιδείν.
"Κι ας μην είναι η ποίηση το πρωτεύον". Εκεί που η ποίηση
συναντά την αληθινή ζωή και η ζωή την αληθινή ποίηση, εκεί
ας ανταμώνουμε. 

Σ' ευχαριστώ - εσύ ξέρεις πολύ καλά για τι-.  

Με συγκίνηση.




Δευτέρα, Δεκεμβρίου 30, 2013


Κυοφορούσαν χρόνια το σημερινό πρωινό.

Ξένο σκοτάδι άλαλο καρφί
ο ορίζοντας σαρώνει
τ’ όνομά μου.

Το παράθυρο σιγοτραγουδά :

όμορφος φράχτης με τα σάπια φύλλα του
όμορφα που κελαηδούν τ’ ανέστια πουλιά!



Παρασκευή, Οκτωβρίου 25, 2013

"Λίλια για πάντα"


Τρέχω αχ φίλε μου
με το πρόσωπο ακάλυπτο
μες στους ανθρώπους
μεγεθυσμένα στην άσφαλτο
των σκιών τους τα χέρια
ασθμαίνουν φριχτά.

Κλωτσάω ώρες μέρες χρόνια
στον άσπρο ορίζοντα ορμάω
μόνο εσένα θ' αφήσω
τις ουλές μου ν' αγγίξεις

ακολούθα με φίλε μου.

Κράτησα
στην άγρια στην άγρια
επίθεση κράτησα
σφιχτά το φως σου

άγριες ώρες σκυλιά
κάτω από τ' ανήλιαγα κορμιά
σε Σένα Βολόντια
προσευχήθηκα.

Μόνο μαζί σου
η γκρίζα της πόλης
ηχώ στις παγωμένες ταράτσες
γίνεται κάλεσμα γλυκό
κι ανάσες αγκάλης

φίλε μου

βάλε τα φτερά σου.






Κυριακή, Οκτωβρίου 13, 2013


Πέτερ Πάουλ, θα 'χεις πεθάνει.
Πέρασαν πολλά χρόνια κι ήσουνα ήδη σχεδόν γέρος.
Θυμάμαι  το μακρύ σου σώμα πώς κατάπινε τους δρόμους.
"Δε θ' ασφαλιστώ ποτέ μου" είπες στο χείλος ενός μπουκαλιού
με τα ερπετά να σου δαγκώνουν την καρδιά. "Κι αν δε βρίσκω
σκέπη να κοιμηθώ -καλή ώρα- μακριά απ' τους ανθρώπους
ο ίσκιος τους είναι γλυκύτερος.
Σαν ηφαίστειο βογγάει
άρρωστο των ανθρώπων το 24ωρο. Μα αν εκραγεί
σαρώνει η λάβα το χρόνο και τα συμπτώματα."

*

Η Αφροδίτη με μια λεπτή κορδέλα μου έζωνε το μέτωπο
σα δαχτυλίδι γύρω από το αίνιγμα του κόσμου.
Κι ενώ χόρευα στη "Σπηλιά"
λυνόταν η κορδέλα.

*
"Έχεις τα πιο λυπημένα μάτια που είδα ποτέ μου".

*

Μια λευκή νύχτα διέσχιζα τη Χάουπτστρασσε με τον Ντάνιελ,
19 χρονών μισεμένο πορτοκάλι. Ξαφνικά του έγινα άγνωστη ξένη
κι άρχισε να κρύβεται μες στο γιακά του. Κι ήμασταν φίλοι δυο
δευτερόλεπτα πριν. Κρύωνε κι έτρεμε σαν τρομαγμένη γαλοπούλα.

Λευκή νύχτα, νύχτα της Χαϊδελβέργης δεν έφυγα
στις τσέπες μου με βαστούσαν δυο χέρια σφιχτά.
Μ' αποχαιρέτησε λέγοντας  "μείνε όπως είσαι".

Πηγάδια μαύρα στενά ανοίγει
ανάμεσα σε μένα και τους ανθρώπους
αυτό που είμαι.


*

Ό,τι θυμάστε από μένα, λίγο ή πολύ αλήθεια ή ψέμα
φυλάξτε το

κι όταν ο θάνατος μας πιει
τον ύπνο της ζωής

ο αέρας θα τραγουδά με χίλιους τρόπους
πως δεν υπήρξαμε.
















Τρίτη, Οκτωβρίου 01, 2013



Ψεύτης Ύπνος


Η μάνα μου
Είχα δυο.


Ο πατέρας ταξίδευε
Υποβρύχιο σιωπηλό 
Στης μέρας το σκοτάδι
Ύστερα κοιμότανε 
Κι η μάνα φόραγε
Το πρόσωπο το σκοτεινό
Κλειστό ψιχάδι.

Σ' όμορφο παραμύθι
Την καλούσαμε.
Με λαχτάρα φυσούσαμε
Της ανέμης τη λήθη.

Φιλί εδώ
φιλί εκεί
Αχ μάνα ωραίο
Το λευκό
Το φεγγάρι
Το πρόσωπό σου. 
Αχ για χάρη
Παρηγόρα την ύπνε
Ύπνε ψεύτη
Στ' όνειρό σου.







Σάββατο, Σεπτεμβρίου 14, 2013

Κάθε φορά υπόσχομαι
πως δε θα σας αφήσω.


Έρχεστε
με τα λόγια στο σακί των ματιών
χτυπάτε το στήθος μου
και σας ανοίγω.
Ο ορίζοντας βυζαίνει την ομίχλη

προχωράτε.
s

Αποσκίρτησ’  η ψυχή.
Μαριονέτες γλεντάν
το εύκαιρο σώμα.
s

Ποτάμι περασμένης ώρας
κυλάει σιγαλά τα νερά.

Τα παιδιά σχολνάνε.
Τις κηλίδες των δακρύων
μαζεύουν από το στήθος μου.
Ποτίζουν τα πουλιά








Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 02, 2013

Φωνή                        

ανασηκώνει τη σκόνη από τους οφθαλμούς
των παραθύρων. Ραγίζει τη νάρκη τους
σχηματίζοντας αραχνοειδείς αντίλαλους.

Με την πιρόγα της 
χαράζει πολλά ποτάμια.
Σώζει εκείνα που κοιμούνται
με βάρδιες στις όχθες.

Είναι μια νύχτα
που οι κορυφές των δολοφονικών τοτέμ
γονατίζουν
κι από την κοιλιά τους εξέρχονται
οι αθώοι.

Σπέρνει αναπνοές στην ακοή μου
μεγεθύνει τις σκιές
περνάει με λάδι τις μορφές.

(Βρε α παρατάτε με. Κατασκεύασα αυτό εδώ το
ερημητήριο κι ίσαμε εδώ φθάνουν οι μαϊμουδισμοί σας
επιδειξιομανείς αντίλαλοι.

Φωνή του κόσμου
δική μου
μη
μ' εγκαταλείπεις.
Εγώ δεν είμαι αυτοί που στερήθηκαν
τα φωνήεντα και τα σύμφωνα της σκέψης σου
κι ας αποκαλούνται σοφοί.)


Τα ποιήματά μου είναι τα έκπτωτα άστρα σου.





http://alonakitispoiisis.blogspot.gr/2013/09/blog-post_8083.html

Τρίτη, Ιουλίου 09, 2013

Η μελαγχολία των κλαδιών



Εκλάμψεις νομισμάτων φίλησαν τις ανεμώνες.
Φίλησαν τον κύκλο των κυπαρισσιών. 

Ένα σκυλί συνόδεψε τη σκόνη του φορτηγού.

Στα μαλλιά μου στάζει μελαγχολία κλαδιών
η προ τελευταία ανάσα των φύλλων.

Ανοίγει το νερό της διάτρησης ο κλειδούχος των χωμάτων
κάνει τα χέρια του χωνί, φωνάζει τα παιδιά.
Στις φούχτες τους εναποθέτει τις ύστατες φωλιές.

Καλπάζει με τ’ άλογό του προς τους γκρεμούς.







Δευτέρα, Ιουνίου 03, 2013

Ταξίδι




Κάθεται στο κρεβάτι μου
γέρνει το κεφάλι
σαν μίσχος απότιστος
που κοιτάει βουβά το χώμα.

Με την πέτρινη κούπα της 
πάνω στο μέτωπό μου
διαβάζει.
Χωρίς δάκρυ χωρίς φωνή.

Στο σώμα της γερνά
ένα βαρύθυμο, σκονισμένο
αγκάθι.


(2010)



Παρασκευή, Μαΐου 31, 2013

Ο συριγμός των ονείρων


Η κούραση της θάλασσας
κουρνιάζει στ' αφτί μου
ισχνό γερο γονιού θρόισμα.

Σίγασε ο συριγμός των ονείρων 

το αίμα τους πίνοντας.

Αποφάσισα ν' αλλάξω χρώμα στο σκαρί μου.
Κίτρινο ομιχλώδους άπνοιας.
Να μη χαμογελώ όταν θέλω
να ουρλιάξω