Ανάποδος ύπνος
Για να πάνε στο σχολείο
τα παιδιά μου
διέσχιζαν τον ίδιο δρόμο
διέσχιζαν τον ίδιο δρόμο
που
κάποτε έπαιρνα κάθε πρωί
στις
δυο του άκριες
στις
όχθες των αυλακιών
καρτερούσαν
οι παπαρούνες να περάσω
χρόνια
καρτερούσαν κάμαν παιδιά, τρισέγγονα,
πεθάναν, πλάτυνε ο δρόμος.
πεθάναν, πλάτυνε ο δρόμος.
Τον ζαβό καθρέφτη μου
για προσκέφαλο και στη ζεστασιά
του κόρφου μου το βάζω και κλωσσάει
για προσκέφαλο και στη ζεστασιά
του κόρφου μου το βάζω και κλωσσάει
ξανά
γεννάει τα όσα πάνε να χαθούν
και χάνονται
και χάνονται
σσς
μην το πεις
μες
στον καθρέφτη
πόσα τα μάτια που κοιτούν,
άθαφτα
και καλοζωισμένα.
(Αδερφέ ο νεκροθάφτης
που λέρωσε με λάσπες
που λέρωσε με λάσπες
το μωρό και
μες στο κρύο
το ‘χωσε μες στο σκοτάδι
το ‘χωσε μες στο σκοτάδι
τόσες λεύγες μακριά
απ’
το σπίτι μας
τώρα ζιβανίες κατεβάζει
τώρα ζιβανίες κατεβάζει
και
το μωρό
πλέει σε κούνια ρόδινη
πλέει σε κούνια ρόδινη
γελώντας
με δυο δοντάκια πέτρινα
με δυο δοντάκια πέτρινα
δαγκάνει
το βυζί
-μες στον καθρέφτη μου-).
"Κοιμηθείτε
κοιμηθείτε αγάπες μου είναι πολύ πρωί ακόμα"
1 σχόλιο:
Ευχαριστώ πολύ, για το πέρασμα και το σχόλιο...
Δημοσίευση σχολίου