Οι κλαίουσες
Ήταν σούρουπο κι
έβρεχε. Έβρεχε μέχρι τις σκέψεις μου.
Απελπισμένες διέτρεχαν το πρόσωπό μου υπό μορφή δακρύων.
Απελπισμένες διέτρεχαν το πρόσωπό μου υπό μορφή δακρύων.
Μια συγγενής της κολλημένη στα σωθικά μου, διέβρωνε το μέλλον.
Περπατούσα γρήγορα, πολύ γρήγορα.
Οι κλαίουσες του πάρκου ήτανε μια χαρά παρέα. Κάθισα σ' ένα
παγκάκι κι άφησα το δέντρο να μου ρίχνει ασταμάτητα
"Τεχνικής φύσεως είναι τα δικά σου. Και σ' ομορφαίνουν κιόλας.
Εσένα άλλωστε δε σε νοιάζει πώς φαίνεσαι". Του είπα. "Τα δικά
μου όμως πέφτουν μέσα μου, και μ' ασκημαίνουν".
Όταν συνειδητοποίησα πως μιλούσα έτσι ανάρμοστα σ’ ένα δέντρο,
σταμάτησε κι η βροχή, -αυτό σίγουρα- τ' αναφιλητό του δέντρου
αραίωσε. Σηκώθηκα και ρίχνοντας λοξές ματιές στον εαυτό μου
Ωραία ήταν και ζεστά. Κοίταζα τα σύννεφα γύρω από τα κεφάλια
των θαμώνων της καφετέριας που φιλοξενούσε εδώ και λίγη ώρα
την περιπλάνησή μου. Ωραίο ήταν και το χαμόγελο του πλαϊνού
κυρίου. Θέλησα ν' ανταποκριθώ μα κάτι, ακαθόριστης
ακόμα εντύπωσης, σα μούδιασμα, σα να είχα μεθύσει -ενώ δεν έπινα
…Ώσπου απλώθηκες φαρδύς πλατύς μπροστά του! Όπως κάθε φορά.
Κι ύστερα, ο ξένος περπατούσε με το βήμα σου, χαμογελούσε
με το στόμα σου, κοίταζε με το βλέμμα σου. Θεέ μου τι εφιάλτης! Μπελά
******
Τώρα που γράφω τούτα
τα ευκαταφρόνητα λόγια, μια γυναίκα
Έρχεσαι. Σταλμένος από τις μοίρες που έπλεκαν σκιές στην κούνια μου
Στέκεις για λίγο πάνω
στο ψηλό βράχο, σκοτεινός. Με βάδισμα ρεμπέτη
Δεν ξέφυγε τίποτε από τον ουρανό...
με αξιοθρήνητη ικεσία το βλέμμα
ενώ αυτοί γελούν γελούν γελούν
(Γράφτηκε το 2006 και δημοσιεύτηκε τον
ίδιο χρόνο (με το ψευδώνυμο Μυρτώ Μάνεση) στο περιοδικό Ψιχάδι. -Μερικές
διορθώσεις το 2013).
2 σχόλια:
Ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια, σε διαβάζω όποτε το μπορώ, γράφεις όμορφα, ξεχωριστά. Εύχομαι καλή Ανάσταση.
Κι εγώ σ' ευχαριστώ Λουκά.
Καλή Ανάσταση.
Δημοσίευση σχολίου