Κυριακή, Οκτωβρίου 13, 2013


Πέτερ Πάουλ, θα 'χεις πεθάνει.
Πέρασαν πολλά χρόνια κι ήσουνα ήδη σχεδόν γέρος.
Θυμάμαι  το μακρύ σου σώμα πώς κατάπινε τους δρόμους.
"Δε θ' ασφαλιστώ ποτέ μου" είπες στο χείλος ενός μπουκαλιού
με τα ερπετά να σου δαγκώνουν την καρδιά. "Κι αν δε βρίσκω
σκέπη να κοιμηθώ -καλή ώρα- μακριά απ' τους ανθρώπους
ο ίσκιος τους είναι γλυκύτερος.
Σαν ηφαίστειο βογγάει
άρρωστο των ανθρώπων το 24ωρο. Μα αν εκραγεί
σαρώνει η λάβα το χρόνο και τα συμπτώματα."

*

Η Αφροδίτη με μια λεπτή κορδέλα μου έζωνε το μέτωπο
σα δαχτυλίδι γύρω από το αίνιγμα του κόσμου.
Κι ενώ χόρευα στη "Σπηλιά"
λυνόταν η κορδέλα.

*
"Έχεις τα πιο λυπημένα μάτια που είδα ποτέ μου".

*

Μια λευκή νύχτα διέσχιζα τη Χάουπτστρασσε με τον Ντάνιελ,
19 χρονών μισεμένο πορτοκάλι. Ξαφνικά του έγινα άγνωστη ξένη
κι άρχισε να κρύβεται μες στο γιακά του. Κι ήμασταν φίλοι δυο
δευτερόλεπτα πριν. Κρύωνε κι έτρεμε σαν τρομαγμένη γαλοπούλα.

Λευκή νύχτα, νύχτα της Χαϊδελβέργης δεν έφυγα
στις τσέπες μου με βαστούσαν δυο χέρια σφιχτά.
Πόσους δεν κοίμισα στο μικρό μου κρεβάτι.
Μ' αποχαιρέτησε λέγοντας  "μείνε όπως είσαι".

Πηγάδια μαύρα στενά ανοίγει
ανάμεσα σε μένα και τους ανθρώπους
αυτό που είμαι.


*

Ό,τι θυμάστε από μένα, λίγο ή πολύ αλήθεια ή ψέμα
φυλάξτε το

κι όταν ο θάνατος μας πιει
τον ύπνο της ζωής

ο αέρας θα τραγουδά με χίλιους τρόπους
πως δεν υπήρξαμε.
















2 σχόλια:

Λουκάς Λιάκος είπε...

Βαθύ το νόημα των στίχων σου

Ρωξάνη είπε...

χαίρομαι που σε βλέπω Λουκά και ευχαριστώ για το σχόλιο