Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 13, 2012


Ο Αντίθετος


Πώς έζησαν οι πρώτοι γονείς;
Τους έσυρε η ερημιά στο βάθος της φυσαλίδας
σφαλίζοντας τους φόβους με τσιρότα;

το πήρανε μαζί τους το δικό τους τ’ άσπρο αίμα τους

Ξημερώνοντας ο ήλιος
έρχεται κοντά μου
πωρωμένος ως την σκόνη των βελόνων.
Κινεί τη σκιά μου στους τοίχους.

Περπατώ στο προαύλιο της πηχτής ερημιάς
ψάχνω στα σκουπίδια των δευτερολέπτων.
Συχνά μέσα στη μέρα.

Αφομοιώνεται απ’ τη νύχτα
ο πόνος των φαγωμένων ίσκιων.

 

Η άλλη μέρα



Παίζει ο ύπνος
με τον ύπνο μου
το ποντίκι στους ώμους
με σκουντά να ξυπνήσω.
Αρπάζει την ημερομηνία σαν τυρί
ανοίγω τα μάτια
όπως το σώμα ανασηκώνει την υδρόγειο.       

Το κομπολόι των ονείρων



σπάει ο αντίθετος

-το σαλιγκάρι της μέρας
πιλαλά σαν λαγός-

και μ’ οδηγεί στη βρύση
καθώς τα όνειρα επιστρέφουν
στη θήκη τους.

Η φωνή των παιδιών μου πώς αλλάζει άκουσε



Ο αντίθετος
στρέφει τους βολβούς των ματιών
στο πάτωμα.
Με οδηγεί στην εξώπορτα.

Το συναπάντημα με το ραψωδό



Ο ραψωδός χαϊδεύει το ημικύκλιο σώμα μου
τραγουδά με φωνή απερίγραπτη το ασύλληπτο βάρος
ενός κόσμου που υπάρχει
που δεν υπάρχει.            

 


 

 


2 σχόλια:

georgechristodoulides είπε...

Eκπληκτικά ποιήματα, είσαι μια όαση ηλιόδεντρον...

ηλιόδεντρον είπε...

Σ' ευχαριστώ που τα διαβάζεις Γιώργο.