στον σκουριασμένο ουρανό
το φεγγάρι με τις εκατό μαύρες γωνίες
και τα εκατό αργυρά σκοινιά
ξεροβήχει.
Κρυμμένοι καλά ο υποβολέας
κι ο τεχνικός
ρίχνει ομίχλη ο δεύτερος και λωρίδες κίτρινο χρώμα
ο πρώτος του λέει τα λόγια που βαριέται να θυμάται
ή ξεχνά
το φεγγάρι το τυφλό μουγκό αποψινό φεγγάρι
κάποτε συνέφαγαν
ο λύκος
ο ινδιάνος
το παιδί
η μάγισσα
στο δωρισμένο δίσκο του στο χώμα.
Το ουρλιαχτό του άντρα
χτυπά στο στέρνο του
γλύφει το στέρνο του το τρώει
ό,τι ξέμεινε από τη νυχτερινή ζωή της μέρας
περνάει στο συσσίτιο της επομένης.
το φεγγάρι με τις εκατό μαύρες γωνίες
και τα εκατό αργυρά σκοινιά
ξεροβήχει.
Κρυμμένοι καλά ο υποβολέας
κι ο τεχνικός
ρίχνει ομίχλη ο δεύτερος και λωρίδες κίτρινο χρώμα
ο πρώτος του λέει τα λόγια που βαριέται να θυμάται
ή ξεχνά
το φεγγάρι το τυφλό μουγκό αποψινό φεγγάρι
κάποτε συνέφαγαν
ο λύκος
ο ινδιάνος
το παιδί
η μάγισσα
στο δωρισμένο δίσκο του στο χώμα.
Το ουρλιαχτό του άντρα
χτυπά στο στέρνο του
γλύφει το στέρνο του το τρώει
ό,τι ξέμεινε από τη νυχτερινή ζωή της μέρας
περνάει στο συσσίτιο της επομένης.