Πετούμενα
Μαζί με το βλέμμα κι οι συλλογισμοί πετάνε από δέντρο σε δέντρο
ακολουθούμενοι από αισθήματα δυναμικά στην αρχή τους και
που σιγά σιγά ξεφτίζουν στον τροχό της εκκωφαντικής μοναξιάς.
Εξατμίζονται οι λυγμοί μου, αθορυβούν οι στίχοι μου. Προσπαθεί
η μέρα να δυναμώσει το σιγαλό της θρόισμα, να διαιωνίσει
κάτι από την ύπαρξή της προτού η άλλη κι η άλλη μέρα σβήσουν
τ' όνομά της. Χαϊδεύεται με το φως, πολιορκεί από το πρωί το σπίτι,
χτυπά τα τζάμια με μεθυσμένα έντομα.
Αναδεύεται το ξερόχωμα, πέφτουν τα τελευταία πορτοκάλια.
χτυπά τα τζάμια με μεθυσμένα έντομα.
Αναδεύεται το ξερόχωμα, πέφτουν τα τελευταία πορτοκάλια.
*
Σουρσίματα ανθρώπων βάλλουν κατά της αναρριχώμενης
κληματαριάς.
*
Τα χωράφια της Αριάθθης και του Τζιάζα ονομάζονται πια «οικοπε-
δοποιήσημη γη». Έχουνε κιόλας χαραχτεί πάνω τους οι δρόμοι και
τα τετράγωνα στους χάρτες της πολεοδομίας.
Ανάμεσα, το δικό μας σφίγγει την σημαία του με φρουρό την
οικογένειά μου. Ο εαυτός μου εγκλωβισμένος μες την ανάμνηση των
ανθρώπων που έζησαν εδώ, μέσα στον εαυτό του.
Ώσπου ίσως έρθει ο καιρός που θ' ασφυκτιούμε ανυπόφορα ανάμεσα
Ώσπου ίσως έρθει ο καιρός που θ' ασφυκτιούμε ανυπόφορα ανάμεσα
στα υπερφίαλα κορμιά μεζονετών.
Προς το παρών, συντελείται αδιάκοπα ο εκριζωμός παμπάλαιων
ελιών και χαρουπιών, βάτων, βρύων, περβολιών, ο αφανισμός
του χώματος. Παρακολουθούμε τον εγκλεισμό μας σε ένα
από τα τελευταία οχυρά.
ελιών και χαρουπιών, βάτων, βρύων, περβολιών, ο αφανισμός
του χώματος. Παρακολουθούμε τον εγκλεισμό μας σε ένα
από τα τελευταία οχυρά.
***