1.
Το φως έγειρε κιόλας
‘κείνο που βαστούσε η γη στο στήθος της
και βύζαινα ενώ ο ουρανός
κοιμόταν μες στο παμπάκι του.
Οι πεθαμένοι μ’ αγαπούνε.
Σκοτεινιάζουν το σπίτι
και προβάλλουν τη ζωή τους
σε ακατανόητη
γλώσσα γοητευτική.
Γονατίζουν οι τοίχοι
μπαίνουν μέσα οι δρόμοι
τους τυλίγω
τους βάζω στα συρτάρια
με μιαν ετικέτα απ’ έξω.
Aπομένει η αποκατάσταση
των ονομάτων
και των χρονολογιών.
(9/11/2009)
2.
Η μύγα κάθισε στο αλαφρωμένο χέρι
ύστερα περπάτησε όπως περπατούν οι μύγες
σ’ όλο το πλάτος της παλάμης
κι αφού ο συνήθης απότομος αέρας δεν τη διέκοψε
συνέχισε την περιπλάνησή της, πέταξε ως το πρόσωπο,
ακούμπησε τα χείλη, το κοίλο των ματιών, τα φρύδια
τη μύτη, τα μαλλιά.
"Μια στις τόσες φορές συμβαίνει
ένα σώμα ακίνητο
και μάτια ορθάνοιχτα να με κοιτούν."
3.
Άκουσα τον ήχο
της μαραμένης εικόνας του κόσμου
στους τροχούς του αυτοκινήτου.
Μια σφήκα κουτούλησε στο τζάμι.
στη μέση μου τυλίχτηκε ένα φίδι.
Ένα στρατιωτικό φορτηγό προσπέρασε
φορούσε μάλλινο σκουφί ως τα μάτια
ο οδηγός, ράπισε τ’ αλφάβητο και το ‘σπασε.
Θέριεψε η μαραμένη εικόνα του κόσμου
μέχρι τα φανάρια.
Το φως έγειρε κιόλας
‘κείνο που βαστούσε η γη στο στήθος της
και βύζαινα ενώ ο ουρανός
κοιμόταν μες στο παμπάκι του.
Οι πεθαμένοι μ’ αγαπούνε.
Σκοτεινιάζουν το σπίτι
και προβάλλουν τη ζωή τους
σε ακατανόητη
γλώσσα γοητευτική.
Γονατίζουν οι τοίχοι
μπαίνουν μέσα οι δρόμοι
τους τυλίγω
τους βάζω στα συρτάρια
με μιαν ετικέτα απ’ έξω.
Aπομένει η αποκατάσταση
των ονομάτων
και των χρονολογιών.
(9/11/2009)
2.
Η μύγα κάθισε στο αλαφρωμένο χέρι
ύστερα περπάτησε όπως περπατούν οι μύγες
σ’ όλο το πλάτος της παλάμης
κι αφού ο συνήθης απότομος αέρας δεν τη διέκοψε
συνέχισε την περιπλάνησή της, πέταξε ως το πρόσωπο,
ακούμπησε τα χείλη, το κοίλο των ματιών, τα φρύδια
τη μύτη, τα μαλλιά.
"Μια στις τόσες φορές συμβαίνει
ένα σώμα ακίνητο
και μάτια ορθάνοιχτα να με κοιτούν."
3.
Άκουσα τον ήχο
της μαραμένης εικόνας του κόσμου
στους τροχούς του αυτοκινήτου.
Μια σφήκα κουτούλησε στο τζάμι.
στη μέση μου τυλίχτηκε ένα φίδι.
Ένα στρατιωτικό φορτηγό προσπέρασε
φορούσε μάλλινο σκουφί ως τα μάτια
ο οδηγός, ράπισε τ’ αλφάβητο και το ‘σπασε.
Θέριεψε η μαραμένη εικόνα του κόσμου
μέχρι τα φανάρια.
(2007)