Κυριακή, Ιανουάριος 11, 2009

Έδινε η Σελήνη
Αργύρια στον Ήλιο
Την ώρα που τα χέρια μου
Έψαχναν χέρια
Έταζαν οι μέρες
Και οι εφτά.

Είμαι κι εγώ εδώ
Παιδί υιοθετημένο του ήλιου

Στα 12 τον εγκατέλειψα
Να ψάξω τα χνάρια
Tης μητρός μου
Στη νύχτα του κόσμου.

Πόθησα
Tην αλλόκοτη λάμψη
Tων μαχαιριών
Στον πυθμένα του εαυτού μου
Ακολούθησα
Τους ίσκιους των ονείρων
Πάνω στο χιόνι
Αναμετρήθηκα
Με το φως που με συνόδευε
Ως την ξώπορτα της νύχτας

Σε κοφτερές σκεπές
Στα μπράτσα δέντρων ανέβηκα
Μεσάνυχτα κλαίγοντας
Η κουκουβάγια ανάποδα κοίταζε
Όπως κι εγώ τη σελήνη
Διεκδικούσε τη ζωή μου
Το πρόσωπό της γλιστρούσε
Μες την ομίχλη του δικού μου.

Είμαι κι εγώ απ’ εδώ
Μαθήτευσα στο φως με τον Πατριό μου
Ξόδεψα στα χαμαιτυπεία του χρόνου
Ασκήθηκα στην επιβίωση

Προς την όγδοη μέρα
Εκπέμπω ποιήματα.