Δεν είναι ποίημα. Δεν είναι τίποτα.
Οι λέξεις πνίγουνε την παράφορη ζωή τους
στη λίμνη του σπιτιού.
Από τις παλαιές γυναίκες κλέβω
καθώς τον δρόμο τους
τυλίγουν και ξετυλίγουν
όταν νυχτώνει.
Πίσω από τ’ αγκαλιασμένα τους βλέφαρα
λαμπηδόνες λιγοστεύουν το σκοτάδι
πεθαμένοι περιπατούν
αίμα φωνής γυρεύουν.
Ο θόρυβος
της λαθραίας μου σκιάς
διασπά
την αγκαλιά του βλέμματος
στο θόλο του αντανακλάται
το απλωμένο χέρι μου.
Κάποτε
όταν η νύχτα γίνεται
στενό μικρόψυχο δωμάτιο
ζητώ απ' τις λέξεις
τη φωνή μου.
Μα όσο μιλώ τόσο βουβαίνει η σιωπή.
Λεύκα γερμένη στον ώμο του φωτός
Σπηλιά της Χαϊδελβέργης
με θυμάστε, με είδατε ποτέ;