Πέμπτη, Φεβρουαρίου 21, 2019

Ρώτησε μάνα
τα ξερά φύλλα της μήτρας σου
(ακούς τις πατημασιές μου;)
ρώτησε το σπίτι, τα κλειδιά 
τους γείτονες
αν γνωρίζουν
αν με είδανε
καθώς θροίζανε σιγαλά το σώμα τους
ποτίζοντας τις γλάστρες
καθαρίζοντας το αυτοκίνητο
κι αθόρυβα μαραίνονταν
κι ο ύπνος τους λιγόστευε
τ’ αγκάθια του
από ανεξήγητη έλξη για το θάνατο
ρώτησε το δρόμο
(που κάλπασε βιαστικά προς κάπου)
γιατί ξεπέζεψε
και σκότωσε το άλογό του
κι ετοίμασε την απάντηση
πριν οι πατημασιές θεριέψουν
πριν ξεκινήσει η πάλη
κι η ερώτηση κι η απάντηση
δεθούν σφιχτά με
το γρανιτένιο λώρο της βαρύτητας.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 12, 2018

Όνειρο
Εφηύρα έναν άντρα
του ΄δωσα πρόσωπο, φωνή, κίνηση, επάγγελμα
του 'δωσα γραφείο κι ένα χωλ 
σε μια πολυκατοικία συμπαθητική
δίπλα από ένα πάρκο.
Πέρασα το πρόσωπό του
ένα στρώμα σοβαρό κι αγέλαστο
κι ένα δεύτερο τρυφερό
και χέρια ω ναι και χέρια του 'δωσα
αγρότη όχι πιανίστα
ούτε γιατρού
μετά από πολλά
“ο επόμενος” “ο επόμενος” “ ο επόμενος”
μπήκα εγώ
κι ενώ ήμασταν στο γραφείο
και μου μιλούσε (με την τρυφερή φωνή του)
το βλέμμα του ήταν βουρκωμένο
και μακρινό
(γιατί και νοσταλγία αγκαθωτή του είχα δώσει
για να μου μοιάζει λίγο
να μη βολεύεται πουθενά
κυρίως σε γραφεία πολυκατοικιών
πλάι σε πάρκα.)
Αφού έφυγα
πήγε στο παράθυρο
και πίσω από τα κλειστά τζάμια
τον είδα να κοιτά
το πέρα από 'μένα
το χωρίς εμένα 
έτσι ποτέ δεν με κοίταξε πια
ούτε ξανά μου μίλησε
γιατί ξύπνησα κι αυτός
δεν θα μπορούσε πια να ξαναζήσει.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 30, 2017


Στα μετόπισθεν της όρασης


Θέλω να σας χαρίσω τον χρόνο που έζησα σ’ έναν κόσμο
που υπήρξε χάρη στη φαντασία μου -όπως κι εγώ η ίδια άλλωστε-.
Συμφωνεί κι ο θάνατος μαζί μου καθώς βαρύθυμα βαδίζει
πάνω στα μνήματα, μετράει την αχνάδα των ονομάτων
τη λιπόσαρκη αναμέτρησή τους με τον χρόνο
-πώς νικιούνται-.

(Τι χάσμα αβυσσαλέο
ανάμεσα σε δυο στιγμές
ενώ ακούς τη γλυκομίλητη
ανάσα του αέρα
σ’ ένα πετάρισμα βλεφάρων
πώς γίνεται ουρλιαχτό).

Αφουγκραστείτε το χοχλάκισμα του αδικημένου αίματος
στα μετόπισθεν της όρασης τη στάχτη που πέφτει
ασταμάτητα πέφτει πάνω στο πρόσωπο του κόσμου.

Μη φοβηθείτε. Μονάχα συμπονέστε ό,τι χάνεται
με ανερμήνευτους φθόγγους.






Τρίτη, Οκτωβρίου 10, 2017


Ψαλιδιστής

Προσπαθώ να θυμηθώ τη φωνή του
ένα φωνήεν αναπηδά στ’ αφτί πολύ κοντά
μαζί με τον ήχο του ψαλιδιού
και το φως
των φθινοπωρινών καταστημάτων

ανάβει μέσα από τα κλαδιά.



Αγαπητέ μου κύριε
πώς γίνετε εσείς
που μέσα σε λίγα λεπτά
μεταμορφώνατε το παιδικό κεφάλι μου
σε δεσποσύνης
να κάθεστε στους καφενέδες
ακέραστος και βυθισμένος
στο παντέρημο σας απόγευμα;



(Με φλέρταραν πολύ τ’ αγόρια
μα τα κοίταζα αφ’ υψηλού
ω κύριε τι θυμήθηκα υπήρξα
λοιπόν εκείνο το κορίτσι
που έπαιζε μέχρι το βαθύ σούρουπο
κι ήμουν όμορφη
και δυνατή πιο πολύ ακόμα
κι από ‘κείνο το αγόρι
που όλους τους νικούσε στη γειτονιά).



















Κυριακή, Νοεμβρίου 27, 2016


Πλήρης δακρύων


Πλήρης δακρύων 
μικροκαμωμένη και σβέλτη
ελευθερώνεται από τα σκοινιά της
τα φορτώνει στο φτερωτό της κάρο 
ανεβαίνοντας και ‘κείνη 
ξεγλιστρά 
από του σκυλιού της τη σκιά.

*


Τρίτη, Νοεμβρίου 15, 2016


Άυπνα σπίτια


Πέρασα από το σπίτι σου
πατώντας πάνω στον ίσκιο του.
Με είδε, ήπιε νερό και γέλασε
στο ερειπωμένο στόμα του
έλαμψαν χρυσά δυο δόντια:


ο αραμπάς με την αρτηριοσκλήρωση
και το αναπηρικό του Κρίτωνα.

Κυλούσανε σε αφράτους δρόμους                                                                                                                                            και συνέχιζαν
πέρα απ' το τέρμα
μέσα στον ουρανό. 




Παρασκευή, Νοεμβρίου 11, 2016



Ανάποδος ύπνος



Για να πάνε στο σχολείο
τα παιδιά μου
διέσχιζαν τον ίδιο δρόμο
που κάποτε έπαιρνα κάθε πρωί 
στις δυο του άκριες
στις όχθες των αυλακιών
καρτερούσαν οι παπαρούνες να περάσω
χρόνια καρτερούσαν κάμαν παιδιά, τρισέγγονα,
πεθάναν, πλάτυνε ο δρόμος.

Τον ζαβό καθρέφτη μου
για προσκέφαλο και στη ζεστασιά 
του κόρφου μου το βάζω και κλωσσάει
ξανά γεννάει τα όσα πάνε να χαθούν
και χάνονται

σσς μην το πεις
μες στον καθρέφτη
πόσα τα μάτια που κοιτούν,
άθαφτα και καλοζωισμένα.

(Αδερφέ ο νεκροθάφτης
που λέρωσε με λάσπες 
το μωρό και μες στο κρύο
το ‘χωσε μες στο σκοτάδι
τόσες λεύγες μακριά
απ’ το σπίτι μας

τώρα ζιβανίες κατεβάζει
και το μωρό
πλέει σε κούνια ρόδινη
γελώντας 
με δυο δοντάκια πέτρινα
δαγκάνει το βυζί

-μες στον καθρέφτη μου-).




"Κοιμηθείτε κοιμηθείτε αγάπες μου είναι πολύ πρωί ακόμα"