Κυριακή, Νοεμβρίου 27, 2016


Πλήρης δακρύων


Γειτόνισσα πλήρης δακρύων 
μικροκαμωμένη και σβέλτη
ελευθερώνεται από τα σκοινιά της
τα φορτώνει στο φτερωτό της κάρο 
ανεβαίνοντας και ‘κείνη 
ξεγλιστρά 
από του σκυλιού της τη σκιά.

*

(Ροδόσταγμα
συσκοτισμένης αρμαρόλλας
στο καλό” της λέει                                                                             

και σωπαίνει.)







Παρασκευή, Νοεμβρίου 18, 2016


Γύρεψε από αλλού
Εγώ
Δεν έχω
Τίποτε
Να σου δώσω.

Ούτε αχνάδες δισταγμού
Σερνάμενης παλάμης ούτε σκίτσων
Την μπερδεμένη σκέψη
Ή φθόγγους βαλμένους στη σειρά
Να τους διαβάσεις.
Γεννήθηκα νωρίς σ’ αυτόν τον κόσμο.

Δέθηκα με βασιλεμένες θάλασσες
Και τα στεγνά τους άστρα
Με την κόκκινη κλωστή του ήλιου
Στο δάκρυ του νεκρού.

Οι τέσσερις ορίζοντες
Διαμοιράστηκαν
Το ονειροπαρμένο σκαρί
Το σώμα μου.

Φάσμα μου αέρινο
Από το πέρα δάσος του νερού
Και της πυγολαμπίδας

Νωρίς γεννήθηκα.
Στην ιερή σου πέτρα παραδίδω
Τον άοπλο μου κήπο
Το πλαστικό σπαθί μου.

Δεν έχω τίποτε άλλο
Για να σου δώσω.
Γύρεψε
Από ‘ κείνους
Που δεν ξαγρυπνούν
Με την καρδιά στα δόντια του εχθρού
Την ακοή παρμένη
Από το ναυτίλο της λύπης
Με την ομίχλη στα χέρια τους.



Τρίτη, Νοεμβρίου 15, 2016


Άυπνα σπίτια


Πέρασα από το σπίτι σου
πατώντας απάνω στον ίσκιο του.
Με είδε, ήπιε νερό και γέλασε
στο ερειπωμένο στόμα του
έλαμψαν χρυσά δυο δόντια
ο αραμπάς με την αρτηριοσκλήρωση
και το αναπηρικό του Κρίτωνα.

Κυλούσανε σε αφράτους δρόμους
και συνέχιζαν
πέρα απ' το τέρμα
μέσα στον ουρανό 
χωρίς φωτιά, λιμό και θάνατο.



Παρασκευή, Νοεμβρίου 11, 2016




Για να πάνε στο σχολείο
τα παιδιά μου
διέσχιζαν τον ίδιο δρόμο
που κάποτε έπαιρνα κάθε πρωί 
στις δυο του άκριες
στις όχθες των αυλακιών
καρτερούσαν οι παπαρούνες να περάσω
χρόνια καρτερούσαν κάμαν παιδιά, τρισέγγονα,
πεθάναν, πλάτυνε ο δρόμος.

Τον ανάποδο, ζαβό καθρέφτη μου
για προσκέφαλο και στη ζεστασιά 
του κόρφου μου το βάζω και κλωσσάει
ξανά γεννάει τα όσα πάνε να χαθούν
και χάνονται

σσς μην το πεις
μες στον καθρέφτη
πόσα τα μάτια που κοιτούν,
άθαφτα και καλοζωισμένα.

(Αδερφέ ο νεκροθάφτης
που λέρωσε με λάσπες 
το μωρό και μες στο κρύο
το ‘χωσε μες στο σκοτάδι
τόσες λεύγες μακριά
απ’ το σπίτι μας

τώρα ζιβανίες κατεβάζει
και το μωρό
πλέει σε κούνια ρόδινη
γελώντας 
με δυο δοντάκια πέτρινα
δαγκάνει το βυζί

-μες στον καθρέφτη μου-)




"Κοιμηθείτε κοιμηθείτε αγάπες μου είναι πολύ πρωί ακόμα".

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 23, 2016

Δωρητές χρόνου

Η καινούργια εφεύρεση κίνησε βαθιά το ενδιαφέρον του κόσμου. Έχεις λέει, τη δυνατότητα ν’ αποσπάσεις από τον εθελοντή δότη τον χρόνο που τον κυκλώνει σαν αγριεμένο όνειρο. 
Ο κύριος Σ. απόμαχος, εντούτοις ακόμα πορθητός, με υπερμεγέθεις οφθαλμούς -όπως ψάρι που ζει στη νύχτα των βυθών- μεταγγίζει στην ψυχή του τις συμφορές του κόσμου. Μαζί με τις δικές του δημιουργούν ένα ζωντανό χάρτη χωρίς στεριά, με νερά που κοχλάζουν και συστρέφονται στα σπλάχνα του, αναδύοντας μια παράδοξη μουσική από βογγητά, ικεσίες, αναστεναγμούς, τριξίματα αλυσίδων και φωνές ως τα κλειδιά του στόματος που πετάχτηκαν για πάντα. Οι στριγκοί ήχοι της αλλόκοτης αυτής ορχήστρας δυναμώνουν και τον ξυπνούν τις νύχτες.
Ο κύριος Σ. με το ζωντανό χάρτη στα σωθικά και την εσωστρεφή μουσική του, σκέφτεται να δηλώσει συμμετοχή. Άλλωστε όπως έλεγε κι η διαφήμιση, "Εδώ κανείς δε φεύγει μόνος. Κι η αναχώρηση αποκτά μια σημασία."
Στις γιγαντοοθόνες παίζεται η ύστατη πράξη: τρεμουλιαστές λέξεις, διαστήματα μακρόσυρτων κραυγών, ένα όνομα, σκίτσα ανεξιχνίαστα από αλαφιασμένα δάχτυλα στην παγωμένη στέπα του κορμιού.
Οι λίγες ευανάγνωστες φράσεις φωτίζουν σα βεγγαλικά το θόλο κάποιου ποιήματος που εκρήγνυται.
Μέσα απ' τις πανύψηλες τζαμαρίες εισρέει νύχτα και σκεπάζει αυτόν που ο χρόνος του τελεύει.
Το ευλογημένο από τη θυσία σώμα τοποθετείται σε ανεμόπτερο -πιστό αντίγραφο από βιβλίο νεανικής λογοτεχνίας- που κάνει μερικούς κύκλους στη φωταγωγημένη νύχτα. Στ’ όνομα του νεκρού ακινητεί ένας προβολέας εκατοντάδων βλεμμάτων, για λίγο, για μερικά λεπτά.
-
Κάποιοι μιλούν για έτοιμη καταπακτή φωτιάς ενώ οι πιο ρομαντικοί πιστεύουν πως ο άνθρωπος απελευθερωμένος από την αθέλητη σύμβασή του με το χρόνο, στεφανωμένος από την καθηγιασμένη πράξη του, εξακολουθεί να ζει στην καλή μεριά της γης.

Σάββατο, Μαρτίου 01, 2014

Η μουσική ανάβει σκοτεινά δέντρα
σε ξένες χώρες σπαρμένα μεγαλωμένα
κι αφημένα στον ίσκιο τους.


Μ’ ένα καυτό σπαθί μέσα από φωτιά που καίει αγνοημένη στα απομεινάρια
κάποιου πολέμου κόβω τα σκοινιά του χαμηλοτάβανου ουρανού. Απομακρύνεται
σαν αερόστατο. Τα λόγια τρέχουν ξωπίσω του.

Στις πόλεις που έζησα δόθηκα
χωρίς ψιμύθια. Φιλούσα
κι έτρωγα το χιόνι τους
ακόμα κι όταν μαύριζε
από τις σειρές των ανθρώπων
που γύρευαν
το ένα φουντούκι ζωής.
             
Μ' ακολουθούσαν το ζεστό σχήμα
ενός δέντρου 
και τα ματογυάλια της γιαγιάς.
Εξέπεμπαν κοφτερό φως
όταν το σύμπαν ερήμωνε.
s

Στην ίδια θέση βρίσκομαι
συλλέγω αντικατοπτρισμούς
από το λειμώνα των νεκρών
κι από τη ζώσα γη.



Παρασκευή, Ιανουαρίου 31, 2014


ΔΕΝΤΡΟ

Κάθομαι σ’ ένα κλαδί με νεκρά πουλιά
Το χώμα είναι σκοτεινό απ’τον ήλιο
Τη νύχτα γίνεται δροσερό και φέγγει
Τα πουλιά δε φεύγουν.




*

Από εδώ θα σε αποχαιρετήσω Νίκο, μ'  ένα δικό σου ποίημα,
αγαπημένο. Ελπίζοντας πάντα στο επανιδείν.
"Κι ας μην είναι η ποίηση το πρωτεύον". Εκεί που η ποίηση
συναντά την αληθινή ζωή και η ζωή την αληθινή ποίηση, εκεί
ας ανταμώνουμε. 

Σ' ευχαριστώ - εσύ ξέρεις πολύ καλά για τι-.  

Με συγκίνηση.