Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 23, 2016

Δωρητές χρόνου

Η καινούργια εφεύρεση κίνησε βαθιά το ενδιαφέρον του κόσμου. Έχεις λέει, τη δυνατότητα ν’ αποσπάσεις από τον εθελοντή δότη τον χρόνο που τον κυκλώνει σαν αγριεμένο όνειρο. 
Ο κύριος Σ. απόμαχος, εντούτοις ακόμα πορθητός, με υπερμεγέθεις οφθαλμούς -όπως ψάρι που ζει στη νύχτα των βυθών- μεταγγίζει στην ψυχή του τις συμφορές του κόσμου. Μαζί με τις δικές του δημιουργούν ένα ζωντανό χάρτη χωρίς στεριά, με νερά που κοχλάζουν και συστρέφονται στα σπλάχνα του, αναδύοντας μια παράδοξη μουσική από βογγητά, ικεσίες, αναστεναγμούς, τριξίματα αλυσίδων και φωνές ως τα κλειδιά του στόματος που πετάχτηκαν για πάντα. Οι στριγκοί ήχοι της αλλόκοτης αυτής ορχήστρας δυναμώνουν και τον ξυπνούν τις νύχτες.
Ο κύριος Σ. με το ζωντανό χάρτη στα σωθικά και την εσωστρεφή μουσική του, σκέφτεται να δηλώσει συμμετοχή. Άλλωστε όπως έλεγε κι η διαφήμιση, "Εδώ κανείς δε φεύγει μόνος. Κι η αναχώρηση αποκτά μια σημασία."
Στις γιγαντοοθόνες παίζεται η ύστατη πράξη: τρεμουλιαστές λέξεις, διαστήματα μακρόσυρτων κραυγών, ένα όνομα, σκίτσα ανεξιχνίαστα από αλαφιασμένα δάχτυλα στην παγωμένη στέπα του κορμιού.
Οι λίγες ευανάγνωστες φράσεις φωτίζουν σα βεγγαλικά το θόλο κάποιου ποιήματος που εκρήγνυται.
Μέσα απ' τις πανύψηλες τζαμαρίες εισρέει νύχτα και σκεπάζει αυτόν που ο χρόνος του τελεύει.
Το ευλογημένο από τη θυσία σώμα τοποθετείται σε ανεμόπτερο -πιστό αντίγραφο από βιβλίο νεανικής λογοτεχνίας- που κάνει μερικούς κύκλους στη φωταγωγημένη νύχτα. Στ’ όνομα του νεκρού ακινητεί ένας προβολέας εκατοντάδων βλεμμάτων, για λίγο, για μερικά λεπτά.
-
Κάποιοι μιλούν για έτοιμη καταπακτή φωτιάς ενώ οι πιο ρομαντικοί πιστεύουν πως ο άνθρωπος απελευθερωμένος από την αθέλητη σύμβασή του με το χρόνο, στεφανωμένος από την καθηγιασμένη πράξη του, εξακολουθεί να ζει στην καλή μεριά της γης.

Σάββατο, Μαρτίου 01, 2014

Η μουσική ανάβει σκοτεινά δέντρα
σε ξένες χώρες σπαρμένα μεγαλωμένα
κι αφημένα στον ίσκιο τους.


Μ’ ένα καυτό σπαθί μέσα από φωτιά που καίει αγνοημένη στα απομεινάρια
κάποιου πολέμου κόβω τα σκοινιά του χαμηλοτάβανου ουρανού. Απομακρύνεται
σαν αερόστατο. Τα λόγια τρέχουν ξωπίσω του.

Στις πόλεις που έζησα δόθηκα
χωρίς ψιμύθια. Φιλούσα
κι έτρωγα το χιόνι τους
ακόμα κι όταν μαύριζε
από τις σειρές των ανθρώπων
που γύρευαν
το ένα φουντούκι ζωής.
             
Μ' ακολουθούσαν το ζεστό σχήμα
ενός δέντρου 
και τα ματογυάλια της γιαγιάς.
Εξέπεμπαν κοφτερό φως
όταν το σύμπαν ερήμωνε.
s

Στην ίδια θέση βρίσκομαι
συλλέγω αντικατοπτρισμούς
από το λειμώνα των νεκρών
κι από τη ζώσα γη.



Παρασκευή, Ιανουαρίου 31, 2014


ΔΕΝΤΡΟ

Κάθομαι σ’ ένα κλαδί με νεκρά πουλιά
Το χώμα είναι σκοτεινό απ’τον ήλιο
Τη νύχτα γίνεται δροσερό και φέγγει
Τα πουλιά δε φεύγουν.




*

Από εδώ θα σε αποχαιρετήσω Νίκο, μ'  ένα δικό σου ποίημα,
αγαπημένο. Ελπίζοντας πάντα στο επανιδείν.
"Κι ας μην είναι η ποίηση το πρωτεύον". Εκεί που η ποίηση
συναντά την αληθινή ζωή και η ζωή την αληθινή ποίηση, εκεί
ας ανταμώνουμε. 

Σ' ευχαριστώ - εσύ ξέρεις πολύ καλά για τι-.  

Με συγκίνηση.




Σάββατο, Ιανουαρίου 18, 2014

Αθηνά σε σκέφτηκα πάλι και σένα Ελένη, είσαστε δύο ονόματα
από τη μυθολογία της ζωής μου που κάποτε επικαλούμαι για να
πιστέψω ότι υπήρξε η εποχή που δε μιλούσα στο θάνατο και που
γελούσα όταν η Αθηνά δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια της
από πάνω του.

Πότε εκεί πότε αλλού, πάντα με ασίγαστο πάθος περπατούσα,
ανοίγοντας διάδρομο μέσα από τα κορμιά των θαμώνων της
πολιτείας και των υπογείων για να φτάσω κοντύτερα στη μουσική.

Όταν δεν είχα με τι να πληρώσω τα λάθη μου κι έκλαιγα,
σήκωναν τα μάτια πίσω απ’ τα γυαλιά οι γιαγιάδες μου
κι από το φως της αυλής μας ‘λέγαν : "άστο, παιδί είναι".

Οι εποχές των ανθρώπων και της φύσης βρίσκανε απάγκιο
στ’ ολάνοιχτο σώμα μου και στα βουλιμικά μου μάτια. Ύστερα
από τέτοιον έρωτα μου ήταν αδύνατο ν' αρθρώσω τα τυπικά
λόγια και τις κινήσεις που συνηθίζονται στις ανθρώπινες
σχέσεις για να κρατιούνται από 'να σχήμα.

Ποιες λέξεις με συναρμολογούν; Ένας ζητιάνος μέσα μου
τη μια κοιμάται σ’ ένα παγκάκι, την άλλη γυρίζει στους δρόμους
μεθυσμένος.

Είναι πολλοί που εύχομαι να μ' έχουν τελείως ξεχάσει. Κάποτε,
ενώ έχω μόλις καταπιεί ένα καράβι με το πλήρωμά του, συναντώ
κάποιον, πέφτει μπροστά μου σαν κοτρόνα τυλιγμένη με
απειλητικές κουβέντες και φωτογραφίες.
Με κοιτάζει σα  να μαι ίδια




Δευτέρα, Δεκεμβρίου 30, 2013


Κυοφορούσαν χρόνια το σημερινό πρωινό.

Σειρά από άδειες λάμπες
με παρατηρούσαν όλη νύχτα.

Ξένο σκοτάδι άλαλο καρφί
ο ορίζοντας σαρώνει
τ’ όνομά μου.

Το παράθυρο σιγοτραγουδά :

όμορφος φράχτης με τα σάπια φύλλα του
όμορφα που κελαηδούν τ’ ανέστια πουλιά!



Κυριακή, Δεκεμβρίου 22, 2013

Μια γυναίκα


Περπατά ανάμεσα από μηχανάκια 
κι αυτοκίνητα
παραμιλώντας.

"Ν' αγαπάς να μην τελειώνει
πολύχρωμα σκιρτήματα να δρασκελούν
τις πλάκες του κενού ο καιρός να ποτίζεται
από τα νεαρά που με διασχίζουν ρείθρα
δάκρυα
στάζει
ολοένα 
ποντίκια πληθαίνουν στους αγωγούς."

Μισή τη βρίσκει στο περβάζι 
ο φανοστάτης κάθε σούρουπο.
Μια τέτοια ώρα εγώ, παιδί της γειτονιάς,
πήγα κοντά της:
"Τι περιμένεις;
Πάρε το σπάγκο που δένει τα παιχνίδια μου
με τους καιρούς που θα ‘ρθουν.
Ξετύλιξέ το, δέσε το με ό,τι εσύ θελήσεις".

Από άκρη σ’ άκρη στο πρόσωπό μου
το βλέμμα της περπάτησε:

"Πόσο επηρεάζουν οι υποψίες τις μέρες μου.
Άλλος κρατάει τα μαλλιά, άλλος τα όποια
ρούχα μου κι άλλος την τελευταία απόφαση
που αναιρώ με το πρωί.


Τη μοίρα μου δεν τη χωνεύω
μα ό,τι θέλει κάνω."

Πέρασε από δίπλα μου, δεν μ’ είδε.
Επαναληπτικά τη σημειώνουν οι βιτρίνες να φεύγει.
Μια ξαφνική νεροποντή πέφτει πάνω στις σκέψεις μου.
Ένα σκίρτημα αφήνει να σπαρταρά
κρύες σταγόνες να ραντίζει
έναν ελάχιστο, μικρούλη χρόνο.



(2006)




Δευτέρα, Νοεμβρίου 11, 2013


Με τρόπαια
ώμο άδειο μισοπνιγμένο
ένα σκυλί σκαρφαλωμένο στην καρδιά
να γαβγίζει στον αχό του φόβου
κι ένα πουλί κατάσαρκα να κρώζει 
βγήκε έξω απ' το κάστρο των ανθρώπων.

Με δρασκελιές, ονόματα σβήνει όπως τις γόπες.
(Καθώς διαλύεται ο καπνός γαντζώνονται 
πάνω του θηράματα επιθυμιών 
ξεδιάντροπα σηκώνουν το λιγοστό τους ρούχο.) 

*

"Δεν τα 'νιωσα όλ' αυτά
μόνο τα έζησα 
όχι εγώ
ο δύστροπος μου ύπνος".

Θρόισμα βαδίσματος 
στη σπειροειδή μνήμη της ακοής 
νανούρισμα χαμηλωμένο απ' τη λύπη
τoυ κρατούνε συντροφιά

και 'κει προς το πρωί κοιμάται.

*

Κόκκινη βροχή στο στήθος τον ξυπνά 
γραναζιών στριγγές φωνές χωρίς φθόγγους 
ούτε απόχρωση καμιά της σκέψης.

*

Τρεις ίσκιοι χαρακώνουν την ερημιά.
Οι δυο με τη σκιά τους
κι ο τρίτος 
μικρός πετούμενος

με το παραμιλητό του.